Πού εστιάζει η Κομισιόν στην κριτική για τον κατώτατο μισθό

Ενστάσεις για την “πολύ μεγάλη αύξηση” του κατώτατου μισθού, αναφορικά με τις συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, την ανάκαμψη των επενδύσεων και των εξαγωγικών επιδόσεων της χώρας καθώς και στην έκταση της ανασφάλιστης εργασίας, εκφράζει η Κομισιόν στη έκθεσή της.

Μάλιστα, αφού σημειώνεται πως η αύξηση αποφασίστηκε από την κυβέρνηση να είναι υψηλότερη από αυτήν που πρότεινε η επιτροπή που είχε συσταθεί βάσει της προβλεπόμενης διαδικασίας – 10,9% έναντι 5%-10% που πρότειναν οι ειδικοί – επισημαίνεται ότι ειδικά για τους νέους, αυτή θα αγγίξει το 20% (εφόσον υπολογιστεί και η επιδότηση των εισφορών).

Οι Βρυξέλλες εκτιμούν μάλιστα, πως μία τέτοια αύξηση της τάξης του 20% στο κόστος εργασίας, “θα μπορούσε” να οδηγήσει σε μείωση της απασχόλησης των νέων “μεταξύ 2% έως 4%”.

Όσον αφορά τις πιθανές μακροοικονομικές επιπτώσεις, η Επιτροπή αποδέχεται ως πιθανά, την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και της κατανάλωσης, όμως θεωρεί πως αυτά ενδέχεται να είναι βραχύβια.

Ένα κρίσιμο ζήτημα που θέτει η Κομισιόν, είναι ο βαθμός στον οποίο η αύξηση των κατώτατων μισθών έχει δευτερογενείς επιπτώσεις στην ευρύτερη κατανομή των μισθών, ιδίως μέσω των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων. Κι εκτιμά πως θα ήταν σημαντικό η κυβέρνηση να αξιολογήσει τις άμεσες συνέπειες της αύξησης των κατώτατων μισθών στην αγορά εργασίας, παρακολουθώντας παράλληλα την ευρύτερη εξέλιξη των συλλογικών διαπραγματεύσεων όσο και τα αποτελέσματα των διαιτητικών αποφάσεων.

Ειδική αναφορά γίνεται για το θέμα των τριετιών που βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες στην επικαιρότητα, λόγω της “κόντρας” κυβέρνησης – Βιομηχάνων. Η Επιτροπή δέχεται ότι οι τριετίες παραμένουν παγωμένες και ισχύουν για όσους τις δικαιούνταν το 2012. Συγκεκριμένα, αναφέρει πως οι υπάρχουσες προσαυξήσεις βάσει της αρχαιότητας διατηρήθηκαν. Ωστόσο, παραμένουν παγωμένες. Οι Βρυξέλλες, αναφέρονται βέβαια και στις νομοθετικές παρεμβάσεις του 2013-2014 και επισημαίνουν πως αυτές εισαγάγουν την απαίτηση να οριστεί ο νέος νόμιμος κατώτατος μισθός ως “μοναδική τιμή αναφοράς”.

“Κατ’ αρχήν, αυτό θα έπρεπε να συνεπάγεται την κατάργηση των συμπληρωματικών παροχών αρχαιότητας – τριετιών” αναφέρει η έκθεση. Για να συμπληρώσει όμως πως “η νομική ερμηνεία της διάταξης αυτής δεν είναι απλή και οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν με εγκύκλιο ότι μια τέτοια μνεία της “μοναδικής τιμής αναφοράς” αποκλείει τη δυνατότητα διαφοροποίησης του κατώτατου μισθού με βάση την ηλικία (π.χ. εργαζομένων), αλλά δεν καταργεί τις τριετίες”.

Ταυτόχρονα, η εγκύκλιος επιβεβαίωσε ότι εξακολουθεί να ισχύει η αναστολή της προσαυξήσεως της αρχαιότητας, εφόσον η ανεργία υπερβαίνει το 10%.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, η εξέλιξη αυτή μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την απασχολησιμότητα των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας με χαμηλή ειδίκευση.

Άλλά και γενικότερα, η σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού, ενδέχεται σύμφωνα με τους Ευρωπαίους, να προκαλέσει τριγμούς σε κλάδους όπως επισιτισμός κι ο τουρισμός. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι παρόλο που οι οικονομικοί τομείς που αφορά άμεσα η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι κυρίως στον μη εμπορεύσιμο τομέα ωστόσο, περιλαμβάνει και υποτομείς όπως τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια που είναι βασικά για την εξαγωγή υπηρεσιών σχετικών με τον τουρισμό.

Επιπλέον, οι επιπτώσεις στον εμπορεύσιμο τομέα θα είναι πιο σημαντικές αν η μεγάλη αύξηση του κατώτατου μισθού μεταδοθεί, μέσω της αρχής της επεκτασιμότητας των συμβάσεων και της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στην διαιτησία, και στην υπόλοιπη οικονομία. Από την άποψη αυτή, η Κομισιόν ζητά από τις ελληνικές αρχές να παρακολουθούν και να αναλύουν τον αντίκτυπο της αναθεώρησης στον κατώτατο μισθό στο πλαίσιο της ευρύτερης διαδικασίας διαμόρφωσης των μισθών, αξιολογώντας τον άμεσο αντίκτυπο της αύξησης αυτής, στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τις αποφάσεις του ΟΜΕΔ.

Ειδικά δε, για τις αποφάσεις της διαιτησίας, η έκθεση επισημαίνει πως θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αξιολογούνται κατά τη διάρκεια του 2019, ώστε οι εξελίξεις να ληφθούν υπόψη στις μελλοντικές αποφάσεις αναθεώρησης του κατώτατου μισθού, από τον Ιούνιο του 2020 και μετά.





Πηγή: euro2day.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει